π. ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΣΚΟΥ: «ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ, ΠΑΤΕΡΑ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ»
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ, ΠΑΤΕΡΑ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ»
Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ
Ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς ἀληθινὸς Θεός, στὸν Ὁποῖον πιστεύουμε, εἶναι τριαδικός, εἶναι τρία Πρόσωπα: ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀνακύπτει γιὰ τὴν ἀνθρωπίνη λογικὴ ἕνα ἰδιαιτέρως δύσκολο ἐρώτημα: πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἕνας Θεὸς νὰ εἶναι τρία Πρόσωπα καὶ τὰ τρία Πρόσωπα νὰ εἶναι ἕνας Θεὸς (καὶ ὄχι βεβαίως τρεῖς θεοί). Πρόκειται γιὰ μία ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια, γιὰ μία ἀλήθεια ποὺ οἱ ἅγιοι βιώνουν ἐμπειρικά, τὴν ὁποία ὅμως ἡ ἀνθρωπίνη λογικὴ ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει. Ὅσοι προσπάθησαν νὰ προσεγγίσουν αὐτὸ τὸ μυστήριο μὲ τὴ λογική, ὑπέπεσαν σὲ φοβερὲς αἱρετικὲς πλάνες. Ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες ἔχουμε διάφορες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀρνήθηκαν τὴ διάκριση τῶν τριῶν Προσώπων στὸν Θεό. Διάφοροι αἱρετικοὶ τῶν πρώτων αἰώνων ἰσχυρίστηκαν, ὅτι δὲν ἔχουμε τρία Πρόσωπα, τρεῖς Ὑποστάσεις ἀλλὰ διαφορετικὲς δυνάμεις ἢ τρόπους. Ἔχουμε, κατὰ ταῦτα, τὸν δυναμικὸ ἢ τὸν τροπικὸ λεγόμενο Μοναρχιανισμό. Ὁ Σαβέλλιος ἐπὶ παραδείγματι ἰσχυριζόταν, ὅτι οἱ τρεῖς Ὑποστάσεις εἶναι οὐσιαστικὰ τρία προσωπεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα φανερώθηκε ὁ Θεὸς κατὰ καιροὺς στὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ μετὰ ἡ αἱρετικὴ πλάνη κινεῖται σὲ ἄλλη κατεύθυνση. Διάφοροι αἱρετικοί, μὲ πρῶτο τὸν Ἄρειο, δέχονται ὡς Θεὸ μόνο τὸν Πατέρα, ἐνῶ ἀρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τοὺς κατατάσσουν στὴν κατηγορία τῶν κτισμάτων.
Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στέκεται μὲ πολὺ σεβασμὸ ἀπέναντι στὸ ἀποκεκαλυμμένο μυστήριο τῆς τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ πολέμησε μὲ κάθε θεμιτὸ μέσο τὴν ὁποιαδήποτε αἱρετικὴ παραχάραξη τῆς ἀληθείας. Οἱ θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικῆς τους θεοπτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς θεοπτικῆς ἐμπειρίας ὅλων τῶν ἁγίων, μᾶς μίλησαν γιὰ μία οὐσία / φύση στὸν Θεὸ καὶ γιὰ τρία Πρόσωπα / Ὑποστάσεις. Τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁμοούσια, κοινωνοῦν τῆς ἰδίας οὐσίας, διακρίνονται, ὅμως, μεταξύ τους μὲ τὰ ὑποστατικά τους ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκοινώνητα καὶ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς τους. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι ἀγέννητος καὶ ἄναρχος. Ἀποτελεῖ δέ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν πηγαία θεότητα. Ἀπὸ αὐτὸν λαμβάνουν ἀϊδίως τὸ εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρός, τὸ δὲ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρός.
Ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦμε ἀσφαλῶς νὰ τὰ κατανοήσουμε μὲ τὴν ἀνθρωπίνη λογική. Τὰ γνωρίζουμε, γιατὶ μᾶς τὰ ἀπεκάλυψε ὁ σεσαρκωμένος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς μᾶς μίλησε γιὰ τὸν Πατέρα Του καὶ τὴ σχέση μαζί Του. Αὐτὸς μᾶς μίλησε καὶ γιὰ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ μόνου τοῦ Πατρός. Ὀλίγον πρὸ τοῦ Πάθους εἶπε στοὺς μαθητές Του: «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. ιε’ 26). Ἡ παπικὴ διδασκαλία περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque) δὲν συνιστᾶ μόνο μία ξεκάθαρη πλάνη, ἀλλὰ ἀντίκειται καὶ στὴ διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε στὴν παροῦσα συνάφεια στὸν φοβερὸ λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στὸν Ε’ Θεολογικὸ του Λόγο (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), ὅπου ὁ ἅγιος Πατὴρ φανερώνει μὲ τὸν πλέον χαρακτηριστικὸ τρόπο, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε μὲ τὴν ἀνθρωπίνη λογικὴ τὸ μυστήριο τῆς τριαδικῆς θεότητος. Λέει συγκεκριμένα: «Τίς οὖν ἡ ἐκπόρευσις; Εἰπὲ σὺ τὴν ἀγεννησίαν τοῦ Πατρός, κἀγὼ τὴν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ φυσιολογήσω καὶ τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ Πνεύματος, καὶ παραπληκτίσωμεν ἄμφω εἰς Θεοῦ μυστήρια παρακύπτοντες». Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ ἐκπόρευση; Πὲς μου ἐσὺ τί εἶναι ἡ ἀγεννησία τοῦ Πατρὸς καὶ ἐγὼ θὰ μιλήσω γιὰ τὴ φύση τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ θὰ παραφρονήσουμε καὶ οἱ δύο μὲ τὸ νὰ ἐγκύψουμε στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν οὐσία / φύση, ποὺ εἶναι κοινὴ μεταξὺ τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, κοινὲς εἶναι καὶ οἱ ἐνέργειες. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀνοίγει ἕνα νέο μεγάλο θεολογικὸ κεφάλαιο, τὸ κεφάλαιο περὶ τῆς διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεό. Σ’ αὐτὸ δὲ τὸ κεφάλαιο ἐντοπίζουμε μία ἀπὸ τὶς βασικότερες διαφορὲς τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Δύσης. Ἡ δυτικὴ θεολογία ἀπορρίπτει τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ καὶ θεωρεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ ὀρθόδοξο ἐφεύρημα τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ πιὸ συγκεκριμένα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὅταν γίνεται λόγος γιὰ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὴ δυτικὴ θεολογία, αὐτὲς ἐκλαμβάνονται ὡς κτιστὲς καὶ ὄχι ὡς ἄκτιστες, ὅπως διδάσκει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του, στὴ δυτικὴ θεολογία γίνεται λόγος γιὰ κτιστὴ χάρη καὶ ὄχι γιὰ ἄκτιστη Χάρη. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τί προεκτάσεις ἔχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὄχι μόνο στὴ θεολογικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ στὴν κατανόηση τῶν Μυστηρίων. Ἐὰν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν μεταδίδουν τὴν ἄκτιστη θεία Χάρη, τότε παύουν νὰ εἶναι ὄντως Μυστήρια καὶ καθίστανται ἁπλὲς ἀνθρώπινες τελετές.
Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἕνα θέμα ποὺ προέκυψε τὸν 14ο αἰώνα καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολήθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἀποτελεῖ σαφέστατη διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ὅλων τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι παντελῶς ἄγνωστος ὡς πρὸς τὴν οὐσία Του, γίνεται, ὅμως, γνωστὸς σ’ ἐμᾶς διὰ τῶν ἐνεργειῶν Του, ποὺ εἶναι ἡ κίνησή Του πρὸς ἐμᾶς, πρὸς τὴ δημιουργία. Ὁ Μέγας Βασίλειος σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἰκονίου Ἀμφιλόχιο εἶναι σαφέστατος ἐπ’ αὐτοῦ: «Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Ἐμεῖς διαβεβαιώνουμε, ὅτι γνωρίζουμε τὸν Θεό μας ἀπὸ τὶς ἐνέργειές Του, τὴν οὐσία Του, ὅμως, δὲν ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὴν προσεγγίζουμε. Διότι οἱ μὲν ἐνεργειές Του κατεβαίνουν πρὸς ἐμᾶς, ἡ δὲ οὐσία Του παραμένει ἀπρόσιτη. Πιὸ ξεκάθαρα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ αὐτὴ ἡ θεμελιώδης διδασκαλία καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Δ’ αἰώνα, μία ὁλόκληρη χιλιετία πρὸ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναγκάστηκε ν’ ἀσχοληθεῖ λεπτομερῶς μὲ αὐτὸ τὸ θέμα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του (Βαρλαὰμ Καλαβρό, Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, Νικηφόρο Γρηγορᾶ), οἱ ὁποῖοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ δυτικὴ σχολαστικὴ θεολογία ἀπέρριπταν αὐτὴ τὴ διάκριση.
Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ μᾶς ἐπεξηγεῖ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴ μία νὰ λέμε ὅτι κανένας δὲν εἶδε τὸν Θεὸ («Θεὸν οὐδεὶς ἐώρακε πώποτε», Ἰω. α’ 18), ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντελῶς ἄγνωστος («Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος»), καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ κάνουμε λόγο γιὰ γνώση Θεοῦ, γιὰ θέα Θεοῦ, γιὰ μέθεξη Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι παντελῶς ἄγνωστος ὡς πρὸς τὴν οὐσία Του, γίνεται, ὅμως, γνωστὸς σ’ ἐμᾶς διὰ τῶν ἐνεργειῶν του. Ὡς πρὸς τὴν οὐσία Του εἶναι ἀπρόσιτος, ἀμέθεκτος, ἀόρατος, διὰ τῶν ἐνεργειῶν Του, ὅμως, καθίσταται προσιτός, μεθεκτός, ὁρατός. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἄκτιστες. Ἐὰν τὶς ἐκλάβουμε ὡς κτιστές, ὅπως πράττει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε δὲν εἶναι πλέον ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀλλὰ κατατάσσονται στὴν κατηγορία τῶν κτισμάτων μαζὶ μὲ ὅλη τὴ λοιπὴ δημιουργία. Ἐὰν ἀπορρίψουμε τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεό, τότε ἢ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὁπόταν ἐκπίπτουμε στὸν πανθεϊσμό, ἢ πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε παντελῶς τὴ δυνατότητα γνώσεως καὶ μεθέξεως τοῦ Θεοῦ, ὁπόταν δὲν μπορεῖ πλέον νὰ γίνει κανένας λόγος γιὰ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὁλοκληρη ἡ δυτικὴ θεολογία κατανοοῦν τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ὄχι ὡς κοινωνία μὲ τὴν ἄκτιση Χάρη Του, ἀλλὰ ὡς γνώση διὰ τῆς λογικῆς καὶ τῶν συλλογισμῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅμως, ἅγιος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφθασε στὴ θέωση, ἀλλὰ ὁ κατὰ κόσμον σοφός. Συνεπῶς, πρότυπα γιὰ τοὺς δυτικοὺς Χριστιανοὺς δὲν εἶναι οἱ ἅγιοι ἀλλὰ οἱ κατὰ κόσμον σοφοί.
«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα». Ὁ Θεός, στὸν Ὁποῖον πιστεύουμε, εἶναι Πατέρας καὶ παντοκράτορας. Θεὸς Πατὴρ εἶναι τὸ πρῶτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ γεννᾶ ἀϊδίως τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο καὶ ἐκπορεύει ἀϊδίως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλὰ Πατέρας εἶναι μὲ μία εὐρύτερη ἔννοια καὶ ὁ τριαδικὸς Θεὸς γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία. Ὁ Θεὸς ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν εἶναι Θεὸς προσωπικός· δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη δύναμη ἢ μία ἀφηρημένη ἰδέα, ὅπως εἶναι ὁ θεὸς τῶν φιλοσόφων (π.χ. τὸ κινοῦν ἀκίνητον τοῦ Ἀριστοτέλους). Ἕνας θεὸς ἀπρόσωπος δὲν διαφέρει ἀπὸ τὰ τυφλὰ καὶ ἄψυχα εἴδωλα. Κατὰ τὸν ψαλμωδό, τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν εἶναι ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων (ριγ’ 12 κ.ἑ.). «Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται, ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται, χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι, πόδας ἔχουσι καὶ οὐ περιπατήσουσιν, οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας, γιατὶ Αὐτὸς μᾶς δημιούργησε καὶ Αὐτὸς μᾶς κρατᾶ στὴ ζωή. Ἀκόμη, Αὐτὸς μᾶς ἀνεγέννησε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ ξαναγίνουμε παιδιά Του, μετὰ ποὺ ἐμεῖς ἑκουσίως τὸν ἀπαρνηθήκαμε. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη εὐλογία γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν εὐλογία νὰ ὀνομάζεται Πατέρας μας ὁ ἄπειρος καὶ ἀΐδιος Θεὸς καὶ ἐμεῖς νὰ ὀνομαζόμαστε παιδιά Του. Ἂν ὁ Πανάγαθος Θεὸς εἶναι Πατέρας μας κι ἐμεῖς παιδιά Του, τότε ἡ σχέση μας μαζί Του δὲν εἶναι σχέση κυρίου πρὸς δούλους καὶ ὑπηρέτες, δὲν εἶναι σχέση δουλικῆς ὑποταγῆς, ἀλλὰ εἶναι σχέση ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας. Αὐτὴ ἡ σχέση ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους φανερώνεται μὲ τὸν πιὸ ὄμορφο τρόπο στὴν εἰκόνα τοῦ εὐσπλαχνικοῦ πατέρα τῆς γνωστῆς σὲ ὅλους μας Παραβολῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἐπίσης παντοκράτωρ. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ διακρατεῖ, διακυβερνᾶ καὶ συντηρεῖ τὰ σύμπαντα. Εἶναι ὁ μόνος καὶ ἀπόλυτος Κύριος ὁλόκληρης τῆς κτίσεως. Εἶναι πανταχοῦ παρών, παντογνώστης, πάνσοφος, ἀλλὰ καὶ παντοδύναμος. Στὸν Θεὸ ἀντιστέκονται μόνο οἱ δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ ἡ ἐλεύθερη ἀλλὰ διεστραμμένη βούληση τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς σὲ καμμία περίπτωση νὰ μποροῦν νὰ ἀκυρώσουν τὸ ἔργο τῆς θείας Προνοίας. Ὡστόσο, ὁ Θεὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία, τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος μᾶς δώρισε, ἔστω καὶ ἂν στρέφεται ἐναντίον Του. Εἶναι ἀκόμη αἰώνιος, ἄναρχος καὶ ἀΐδιος, δὲν ἔχει, δηλαδή, οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, εἶναι ἄφθαρτος, ἀναλλοίωτος καὶ ἀνενδεής, ἅγιος καὶ δίκαιος, πανάγαθος, πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος. «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί», κατὰ τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ τῆς ἀγάπης Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (Α’ Ἰω. δ’ 8 καὶ 16).
(Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Παράκληση. Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ», τεῦχος 124 (2025), σ. 19-21)




