π. ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΣΚΟΥ: «ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»
ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων της δὲν ἔχει ὅρια, δὲν γνωρίζει κανένα περιορισμὸ καὶ καμμία ὁριοθέτηση. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὡστόσο, εἶναι συγκεκριμένη, ἔχει ὅρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ἐὰν ξεφύγει κάποιος, ὑποπίπτει στὴν αἵρεση. Οἱ ποικιλώνυμες αἱρέσεις ὡς ἐκτροπὲς ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια ταλανίζουν τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Κάθε φορὰ ποὺ ἐμφανίζεται μία αἵρεση, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀναγκασμένη νὰ ὁριοθετεῖ τὴν πίστη της, νὰ θέτει τὰ ὅρια μεταξὺ ἀληθείας καὶ πλάνης, ὥστε νὰ προστατεύει τὰ μέλη της ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς πλάνης. Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος προειδοποιεῖ τοὺς Χριστιανοὺς στὴν Α’ Καθολικὴ Ἐπιστολή του: «Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον. Ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἔστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη» (δ’ 1-3). Ὁ Ἠγαπημένος Μαθητὴς κάνει λόγο γιὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὰ διάφορα πνεύματα τῆς πλάνης καὶ καθορίζει ὡς βασικὸ κριτήριο διακρίσεως ἀνάμεσά τους τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς τὸν Σαρκωθέντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρεται, ἐπίσης, σὲ πολλοὺς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίστηκαν καὶ συνεχίζουν νὰ ἐμφανίζονται στὸν κόσμο, καθὼς καὶ στὸ πνεῦμα τοῦ ἀντιχρίστου, τὸ ὁποῖο ταυτίζεται μὲ τὴν ἄρνηση τῆς ἀληθείας τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
![]()
Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὑπῆρχαν διάφορα Βαπτιστήρια Σύμβολα, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμολογία πίστεως κάθε νέου μέλους τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴ βάπτισή του. Τὸ πιὸ γνωστὸ εἶναι τὸ λεγόμενο Ἀποστολικὸ Σύμβολο. Εἶναι τὸ ἀρχαιότερο Σύμβολο πίστεως καὶ ὀνομάστηκε Ἀποστολικό, γιατὶ ἀποτελεῖ συνοπτικὴ ἔκθεση καὶ ὁμολογία πίστεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. Ἐχρησιμοποιεῖτο στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὡς Βαπτιστήριο Σύμβολο καὶ ἀπετέλεσε τὴ βάση γιὰ τὴ διατύπωση ὅλων τῶν μεταγενεστέρων ἐκκλησιαστικῶν Συμβόλων.
Τὸ Σύμβολο πίστεως, ὅμως, ποὺ καθιερώθηκε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς τὸ σημαντικώτερο εἶναι τὸ γνωστὸ σὲ ὅλους μας Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ὁποῖο γίνεται ἀποδεκτὸ ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο. Αὐτὸ τὸ Σύμβολο πίστεως ἀπαγγέλλεται ὡς ὁμολογία πίστεως σὲ κάθε βάπτιση ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε Θεία Λειτουργία γιὰ δεκαεπτὰ συνεχεῖς αἰῶνες, ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα μέχρι σήμερα. Ἀποτελεῖ δὲ αὐθεντικὴ συνοπτικὴ διατύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, τὴν πρώτη, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἐπίσημη Δογματικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὀνομάστηκε Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, γιατὶ τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἄρθρα του συντάχθηκαν ἀπὸ τὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ., ἐνῶ συμπληρώθηκε μὲ ἄλλα πέντε ἄρθρα ἀπὸ τὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 μ.Χ. Ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔκανε, ἐπίσης, κάποιες προσθῆκες στὰ προηγούμενα ἄρθρα.
Κατὰ τὴ φετινὴ χρονιὰ συμπληρώνονται 1700 χρόνια ἀπὸ τὴ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι σ’ αὐτὴν τὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία εἶναι ἀφιερωμένη ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ Κυριακή, δηλαδή, ποὺ μεσολαβεῖ μεταξὺ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, συμμετεῖχαν 318 θεοφόροι Πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ συμπατριώτης μας Ἅγιος Σπυρίδων Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας καί, ἀσφαλῶς, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἀκόμη διάκονος, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὑπῆρξε ἡ βασικὴ θεολογικὴ φωνὴ τῆς Συνόδου. Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Συνόδος συνεκλήθη γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει κατὰ κύριο λόγο τὴν ἀρειανικὴ αἵρεση, ποὺ ἠρνεῖτο τὴ θεότητα τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Στὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο συμμετεῖχαν 150 θεοφόροι Πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων καί, ἀσφαλῶς, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος προήδρευσε τῆς Συνόδου γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα. Ἡ Συνόδος αὐτὴ συνεκλήθη γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει διάφορες νέες μορφὲς τῆς ἀρειανικῆς αἱρέσεως (Ἀπολλινάριος, Εὐνόμιος κ.ἄ.), κυρίως, ὅμως, τὴν αἵρεση τοῦ Μακεδονίου, ὁ ὁποῖος ἠρνεῖτο τὴ θεότητα τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πνευματομάχοι).
Νὰ ἀναφέρουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μία ἱστορικὴ λεπτομέρεια, ποὺ ἔχει τὴ σημασία της. Ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνεκλήθη ὄχι ὡς Οἰκουμενική, ἀλλὰ ὡς γενικὴ Σύνοδος τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας. Ἕνα χρόνο ἀργότερα, ὅμως, ἀναγνωρίστηκε ὡς Οἰκουμενική, ἀφοῦ τὰ πρακτικά της ὑπεγράφησαν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Δύσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν εἶναι ἡ Σύνοδος ἐκείνη ποὺ συγκαλεῖται ὡς τέτοια καὶ συμμετέχουν σὲ αὐτὴν ἐπίσκοποι ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ἀλλὰ εἶναι κατὰ κύριο λόγο ἕνα ἔκτακτο χαρισματικὸ γεγονός. Οἰκουμενικὴ εἶναι ἡ Σύνοδος ἐκείνη, ἡ ὁποία διατυπώνει αὐθεντικὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετωπίζοντας διάφορες αἱρέσεις καὶ γίνεται ἀποδεκτὴ ὡς οἰκουμενικὴ ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπῆρξαν Σύνοδοι ποὺ συνεκλήθησαν ὡς οἰκουμενικές, ἀλλὰ τελικὰ ἀπεδείχθηκαν ληστρικές, δηλαδὴ ψευδοσύνοδοι, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπῆρξαν Σύνοδοι ποὺ εἶχαν τοπικὸ χαρακτήρα, ὅπως ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καὶ τελικὰ ἀναγνωρίστηκαν ὡς Οἰκουμενικὲς ἀπὸ τὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ παράδειγμα τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναδεικνύει πόσο πλανεμένη εἶναι ἡ ἄποψη τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ὅτι οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν ἁπλῶς καὶ μὀνο συμβουλευτικὸ ὄργανο τοῦ Πάπα ἢ ὅτι στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ὁ Πάπας κατεῖχε πάντοτε μοναδικὴ θέση.
Τὸ Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως ἀποτελεῖται ἀπὸ δώδεκα ἄρθρα καὶ περιλαμβάνει πέντε ἑνότητες. Στὸ πρῶτο ἄρθρο γίνεται λόγος γιὰ τὸ πρῶτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Θεὸ Πατέρα, καὶ τονίζεται ἡ πίστη στὸν ἕνα Θεό. Ἀπὸ τὸ δεύτερο μέχρι τὸ ἕβδομο ἄρθρο γίνεται λόγος γιὰ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε (= σαρκώθηκε) «δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Στὸ ὄγδοο ἄρθρο γίνεται λόγος γιὰ τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Στὸ ἔνατο καὶ τὸ δέκατο ἄρθρο γίνεται ἀναφορὰ στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική», καὶ στὸ Μυστήριο του βαπτίσματος καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ στὰ λοιπὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τέλος, στὸ ἑνδέκατο καὶ τὸ δωδέκατο ἄρθρο γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ στὴν αἰώνια ζωή, τὴ «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Ἀπὸ τὸν ἕκτο αἰώνα καὶ ἐντεῦθεν τὸ Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως καθιερώθηκε ὡς τὸ μοναδικὸ Βαπτιστήριο Σύμβολο στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἐνῶ σταδιακὰ ἐπεκράτησε καὶ στὴ Ρώμη καὶ στὶς λοιπὲς Δυτικὲς Ἐκκλησίες. Ἡ Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ συνεκλήθη στὴν Ἔφεσο τὸ 431 μ.Χ., ἀπαγόρευσε ρητῶς μὲ τὸν τρίτο ὄρο της κάθε ἀλλοίωση τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, κάτι ποὺ ἐπικυρώθηκε καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ ταῦτα, καμμία παραχάραξη καὶ καμμία προσθήκη ἢ ἀφαίρεση στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Ὅπως ἀναφέρεται συγκεκριμένα στὸν ἕβδομο Κανόνα τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν, ἤγουν συγγράφειν ἢ συντιθέναι, παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν τῇ Νικαέων συναχθέντων πόλει σὺν Ἁγίῳ Πνεύματι».
Αὐτὴ ἡ βασικὴ ἀρχὴ παραβιάστηκε δυστυχῶς ἀπὸ τοὺς Φράγκους καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως τοῦ Filioque, δηλαδὴ τῆς πλάνης περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι μόνο «ἐκ τοῦ Πατρός», ὅπως ρητῶς μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου (ιε’ 26), ἀλλὰ «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Αὐτὴ ἡ πλάνη ἀπετέλεσε μαζὶ μὲ τὴν πλανεμένη θεωρία περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας τὴν κυριώτερη αἰτία ποὺ ὁδήγησε στὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ. καὶ στὴν ἀποκοπὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ τὴν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ Filioque εἰσήχθη γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως τὸν ἕκτο αἰώνα στὴν Ἰσπανία καὶ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τοπικὴ Σύνοδο στὸ Τολέδο τὸ 589 μ.Χ. Χρησιμοποιήθηκε δὲ ἀπὸ τὸν περίφημο Καρλομάγνο, τὸν αὐτοκράτορα τῶν Φράγκων, κυρίως γιὰ πολιτικοὺς λόγους. Ὁ κύριος σκοπὸς ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ ἀπομάκρυνση τῆς Δυτικῆς Αὐτοκρατορίας, ποὺ σταδιακὰ πέρασε στὰ χέρια τῶν Φράγκων, ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Αὐτοκρατορία. Γιὰ περισσοτέρους ἀπὸ δύο αἰῶνες οἱ ὀρθόδοξοι Πάπες τῆς Ρώμης ἀντιστέκονταν σ’ αὐτὴ τὴν παραχάραξη τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως. Μάλιστα τὸν ἔνατο αἰώνα ὁ Πάπας Λέων Γ’, ἐπικαλούμενος τὶς ἀπαγορευτικὲς διατάξεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων περὶ προσθαφαιρέσεων στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως καὶ διαβεβαιώνοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τὸ διαφυλάττει ὅπως τὸ παρέλαβε χωρὶς τὴν προσθήκη τοῦ Filioque, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀναγραφεῖ στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ λατινικὰ σὲ δύο ἀσημένιες πλάκες χωρὶς τὸ Filioque καὶ νὰ ἀναρτηθεῖ στὸν Ἅγιο Πέτρο στὴ Ρώμη. Ὁ πρῶτος Πάπας ποὺ ἀπεδέχθη τὸ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως ἦταν ὁ Πάπας Βενέδικτος Η’ τὸ 1014 μ.Χ., γιὰ ν’ ἀκολουθήσει σαράντα χρόνια μετὰ τὸ Μεγάλο Σχίσμα. Ἀπὸ τότε μέχρι τὶς μέρες μας αὐτὴ ἡ ἀπαράδεκτη καὶ αἱρετικὴ προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως παραμένει τόσο στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ ὅσο καὶ στὶς διάφορες Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, ποὺ ἀποσπάστηκαν τὸν 16ο αἰώνα ἀπὸ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμό.
(Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Παράκληση. Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ», τεῦχος 122 (2025), σ. 16-18)




